View unanswered posts | View active topics It is currently Mon Dec 10, 2018 3:30 pm



Reply to topic  [ 9 posts ] 
 Thunder's Echo 
Author Message
Mega Zuper Spammer
User avatar

Joined: Tue Jun 16, 2009 5:08 pm
Posts: 1005
Post Thunder's Echo
Story #1:

"Σκάσε".

Ήταν μια λέξη την οποία ποτέ ιδιαίτερα δε λάτρεψε, μα αυτό το αναθεματισμένο κωλόπαιδο την έχει μετατρέψει πλέον σε προσευχή. Η νύχτα γύρω του, αν και αρκετά ξάστερη για να βλέπει μην ρίξει το κάρο σε καμιά λακκούβα, δεν τον ενέπνεε για την ασφάλεια της, και η μικρή είχε πλαντάξει, ως συνήθως, στο κλάμα. Φυσικά οποιοδήποτε ίχνος διακριτικότητας είχε ήδη χαθεί, όχι μόνο από το μυξιάρικο που έκλαιγε δίχως να υπάρχει αύριο -ίσως μέσα της αυτό να νόμιζε- μα κι από το διαπεραστικό τρίξιμο των σκουριασμένων αναρτήσεων του κάρου του. Όχι ότι ο Κεραυνός είχε ιδέα πώς ακριβώς ήταν το όνομα του εξαρτήματος, μα ήξερε πως παρά τα γιατροσόφια του ο θόρυβος παρέμενε αναλλοίωτος, μέρα-νύχτα.

Στο διάβολο όμως η διακριτικότητα. Καλύτερα να τον ακούνε από μακριά να έρχεται- αυτό ήταν το σύνθημα του μια ζωή, εξάλλου, αυτό που κέρδισε το όνομα του από τότε που τράβηξε την πρώτη του βροντερή πνοή. Όχι, δεν τον εκνεύρισε αυτό. Το κλάμα του παιδιού είχε μια πολύ χειρότερη, πολύ πιο ανατριχιαστική και πρωτόγονη επιρροή πάνω του. Ήξερε πως κάτι έπρεπε να κάνει για να την κάνει να σωπάσει, κάτι για να σταματήσει, μα δεν είχε πραγματικά ιδέα. Είχε δει διάφορες γυναίκες πίσω στο Κυανό Καραβάνι που φρόντιζαν τη μικρή, αυτές που πλήρωνε για να τη φυλάνε, μεταξύ άλλων καθηκόντων, να της μιλάνε με ένα περίεργο τρόπο που δεν κατάφερε να μιμηθεί πότε- κι όποτε προσπάθησε, εν μέσω αμφιβολιών και ενός διάχυτου αισθήματος γελοιότητας, κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία. Δεν ήταν αυτός ο τρόπος του, και το μόνο που χρειαζότανε ήτανε να κάνει λίγη υπομονή μέχρι να μεγαλώσει κι άλλο μπας και γίνει λίγο άνθρωπος.

Ασυναίσθητα, άρπαξε το ξύλινο ραβδί που είχε σφηνωμένο ανάμεσα στα πράματα του και χτύπησε προς τα πίσω στα τυφλά, επαναλαμβάνοντας αρκετές φορές με τη βροντερή φωνή του αυτή τη μικρή, στενόχωρη προσευχή. Πλέον δεν είχε κάν όρεξη να κάνει άλλο σχόλιο, αφήνοντας το προνόμιο αυτό στο ραβδί που χτυπούσε τα περίεργα μη-μεταλλικά τοιχώματα του κάρου. Η μικρή, εκπαιδευμένη ως τώρα, φρόντιζε να μένει μακριά από τα σημεία που χτυπούσε, σταματώντας για λίγο το κλάμα -από τρόμο; από ένστινκτο για επιβίωση; - και δίνοντας μια προσωρινή ανακούφιση στον κουρασμένο οδηγό. Δυο μέρες τώρα στο δρόμο, με προμήθειες να λιγοστεύουν και τη φήμη ενός πλούσιου οικισμού κάπου στα βόρεια να τον τραβάει, είχανε κάνει τα νεύρα του κρόσσια. Βάλε και την τεταμένη ατμόσφαιρα όταν παράτησε το Κυανό Καραβάνι, βαραίνοντας παλιές φιλίες και ψυχραίνοντας τις σχέσεις του με το μόνο σπίτι που γνώρισε ποτέ, και δεν είναι απορίας άξιο που η λιγοστή υπομονή του ήταν πιο άφαντη κι από South Crossίτη χωρίς σκλάβους.

Έριξε μια τελευταία, πιο γερή, η οποία αντήχησε στο αυτί του για λίγο. Καμία δεν πέτυχε τη μικρή- αν ήθελε να την πετύχει πραγματικά, θα είχε φροντίσει να γυρίσει το κεφάλι του, μα δεν άντεχε να την αντικρύσει μέσα στη νύχτα, να δει τα πράσινα της μάτια τρομαγμένα κάτω από το σεληνόφως. Ήτανε το μόνο πράγμα το οποίο τον εκανε να τη μισεί πραγματικά, αυτό το μικρό άδολο πλάσμα που δεν του έφταιξε σε τίποτα, το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ακόμα με ψήγματα λογικής, η αιώνια υπενθύμιση μιας υπόσχεσης που έκανε πριν χρόνια, την οποία δεν μπορεί να αθετήσει. Και η αιώνια υπενθύμιση της ντροπής του, της ανημπόριας του, της αποτυχίας του.

Από τις σκοτεινές του σκέψεις και το μαύρο όνειρο της εκδίκησης τον έβγαλε όχι το κλάμα της μικρής που είχε ξαναρχίσει -μα δεν έδειχνε ικανό να τον ταρακουνήσει αρκετά από τον εφιάλτη που ξαναζούσε- ήταν η σιλουέτα που μόλις είχε σταματήσει μπροστά στο κάρο του. Περίεργη κι αρματωμένη, του φώναξε, "Έι εσύ. Προς τα πού πηγαίνεις;"


Wed Jul 31, 2013 9:31 pm
Profile
Regular Hobby Writter
User avatar

Joined: Sun Dec 20, 2009 8:16 pm
Posts: 368
Post Re: Thunder's Echo
Πολύ χαίρομαι να βλέπω τους παίκτες μου να δίνουν flavor στο campaign. Εύγε, +1 xp.

_________________
Your mind is software. Program it. Your body is a shell. Change it. Death is a disease. Cure it. Extinction is approaching. Fight it.
- Eclipse Phase


Thu Aug 01, 2013 4:20 am
Profile
Mega Zuper Spammer
User avatar

Joined: Tue Jun 16, 2009 5:08 pm
Posts: 1005
Post Re: Thunder's Echo
Story #2:

Τον πονούσαν τα πλευρά του υπερβολικά- νόμιζε πως δεν θα μπορέσει ποτέ να ξαναπάρει ανάσα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, τα μάτια του είχανε κοκκινίσει, τα άκρα του πονούσαν από τόση ώρα που σφάδαζε. Το πεδίο όρασης του είχε μικρύνει σε ένα μακρύ τούνελ, και το κεφάλι του βούιζε.

Δεν πρέπει να αφήνουν τον Φιλόσοφο να μιλάει πολύ- θα τους σκοτώσει όλους με τις ξεκαρδιστικές ιστορίες του.

"Ναι παιδιά μου, δεν καταλαβαίνω γιατί αντιδράτε έτσι. Σκεφτείτε την δημοκρατία των Αρχαίων!", ωρυότανε ο Φιλόσοφος γύρω από τη φωτιά, κάπου βαθιά μέσα στην περιοχή του Κυανού Καραβανιού. Κάτω από ένα μισογκρεμισμένο τοίχο για να τους φυλάει από τον αέρα είχανε ανάψει τη μικρή τους φωτιά, ένα απλό περίπολο του κυανού καραβανιού... ένα απλό περίπολο κι ο Φιλόσοφος, ο οποίος χάιδευε τα βρώμικα, μακριά ασπροκίτρινα γένια του, νοτισμένα με καπνό κι ιδρώτα, και συνέχιζε ακάθεκτος το λογύδριο του που τους είχε πρόκαλέσει τόση ευθυμία.

"Μην γελάτε σαν τα πιθήκια... ξέρω τι είναι τα πιθήκια, τα διάβασα στην δεύτερη εγκυκλοπαίδεια, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα." Ποτέ δεν ήταν το θέμα οι εγκυκλοπαίδειες (τρεις, τον αριθμό) που καυχιόταν πως είχε διαβάσει ο Φιλόσοφος (ποτέ κανείς δεν τις είδε) και που του χάρισαν τόση γνώση και σοφία, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του. Συνήθως βέβαια έπρεπε να εξηγήσει τι είναι η εγκυκλοπαίδεια πρώτα, κάτι το οποίο έκανε με ακόμα πιο πομπώδες ύφος απ'ό,τι συνήθως, μα τούτοι εδώ οι μαθητές του (όπως τους έλεγε), τον ήξεραν καλά και δεν χρειαζόντουσαν συστάσεις για τα πιστοποιητικά της σοφίας του.

Μίλαγε ο Φιλόσοφος- πολύ. Πάρα πολύ. Το στόμα του ροδάνι κι οι λέξεις του βαριές, τόσο που φαινόντουσαν αστείες σε όσους ασχολιόντουσαν μαζί του στο Κυανό Καραβάνι. Γέρος και σακάτης, ανήμπορος να κερδίσει το ψωμί του όπως τα νεαρά παλικάρια γύρω του, βασιζότανε στην ελεημοσύνη των υπολοίπων, μα ήταν πολύ περήφανος να το παραδεχθεί. Γι'αυτόν ήταν τα "δίδακτρα" για τη σοφία του, και κανείς δεν ήθελε να τον πληγώσει έτσι αξιαγάπητος που ήτανε. Κάποιοι βέβαια ωφεληθήκανε και νιώθανε μια κάποια υποχρέωση- κυρίως αυτοί που τους έμαθε να γράφουν και να διαβάζουν, ικανότητες δευτερεύουσες στο Κυανό Καραβάνι μα χρήσιμες ούτως ή άλλως. Και λίγοι, ελάχιστοι, πίνανε τα λόγια του σα διψασμένοι για το νερό της γνώσης, όποια γνώση κι αν ήτανε αυτοί, με την ελπίδα ότι κάπου μέσα στην παράνοια του ο Φιλόσοφος κρύβει μια σοφία, ως άλλος ιερός σαλός μιας σαθρής και άδειας εποχής.

"Ας αφήσουμε λοιπόν τα πιθήκια, μικροί μου μαθητές. Σκεφτείτε τη δημοκρατία, το πολίτευμα των Αρχαίων, και πού μας έφερε. Κοιτάχτε γύρω σας τα ερείπια, τη σκόνη και το θάνατο." Κούνησε το άτριχο κεφάλι του με πικρία, αντανακλώντας τη νυχτερινή φωτιά στην φαλάκρα του με τα τόσα σημάδια του χρόνου. "Όχι, οι Αρχαίοι κάνανε τόσα λάθη. Μα υπήρχανε Αρχαίοι που μιλούσανε για άλλα πολιτεύματα, για την Αριστοκρατία, για τις εποχές που οι καλοί και άριστοι κάνανε το κουμάντο και όχι οι χαζοί κι ανόητοι που διοικούσανε. Αχ, πρέπει να ήτανε μια χρυσή εποχή...", συνέχιζε ο Φιλόσοφος και γύρω του σκορπούσε το γέλωτα στους νεαρούς που τον απολάμβαναν ως συνήθως, κι ας μην καταλάβαιναν ούτε τα μισά.

Μέσα σ'όλη αυτή την εκρυθμία και το γέλιο, όμως, ένας νεαρός από το Κυανό Καραβάνι σκούπιζε τα δάκρυα του γέλωτα και σκεφτότανε ένα ζευγάρι μάτια που τον περίμεναν πίσω, σ'αυτό που αποκαλούσε σπίτι του. Μα έπαυσε για μια στιγμή την αναπόληση και το γέλιο, ένα κρίσιμο δευτερόλεπτο στο οποίο του καρφώθηκε μια ιδέα στο κεφάλι, αυτή η περίφημη "αριστοκρατία", που ήταν τόσο ενδιαφέρουσα... και μετά ξαναχάθηκε από το νου του, δίχως να φύγει μα θαμμένη κάτω από ένα σωρό σκέψεις πιο οικείες και ζεστές από πολιτικές των Αρχαίων, και γελώντας πήρε το τσιγάρο που του δώσανε και ρούφηξε άλλη μια χαρούμενη τζούρα.


Wed Aug 14, 2013 6:32 pm
Profile
Mega Zuper Spammer
User avatar

Joined: Tue Jun 16, 2009 5:08 pm
Posts: 1005
Post Re: Thunder's Echo
Story #3

Ο υπόκωφος χτύπος του ξύλου πάνω σε ξύλο αντήχησε μια, δύο, τρεις φορές στο άδειο, απογευματινό τοπίο. Ο ήλιος είχε ξεκινήσει να δύει, μα τα όμορφα χρώματα με τα οποία έβαφε τους γκρεμισμένους, ερειπωμένους τοίχους δεν φαίνεται να απασχολούσαν ιδιαίτερα τις δύο μορφές που κύκλωναν η μία την άλλη, ανταλλάσσοντας χτυπήματα με αστραπιαία ταχύτητα.

Για μια στιγμή χωρίστηκαν, ξεχώρισαν. Κι οι δυο ήτανε ψιλόλιγνες, μα η μια ήταν πιο φαρδιά στους ώμους κι η άλλη πιο λεπτή, αέρινη. Μαύρα μαλλιά ανέμισαν από τη γρήγορη κίνηση, τα ίδια και στους δύο, χαίτες που κάλυπταν δυο πρόσωπα, ένα χαμογελαστό και τσαχπίνικο, κι ένα σκληρό μα εξίσου χαμογελαστό. Ξέσπασαν κι οι δυο σε γέλια, ψιλά και βροντερά αντάμα, και μετά συνέχισαν να χτυπιούνται.

Η αδύνατη φιγούρα κράδαινε δυο ραβδιά, ένα κοντό κι ένα μακρύ, φτιασιδωμένα να μοιάζουν με λεπίδες από ξύλο, και πάλευε να παγιδέψει μια παρόμοια μα μεγαλύτερη ράβδο που κρατούσε η φαρδιά φιγούρα, μα η ταχύτητα ήτανε αστραπιαία και ξεγλιστρούσε σαν το φίδι, περνώντας μέσα από τις άμυνες και χτυπώντας τη ξανά και ξανά, ελαφρά μα ξεκάθαρα, κάνοντας τις σκόρπιες μεταλλικές πλάκες να αντηχήσουνε στριγκά ανάμεσα στους υπόκωφους ήχους ξύλου πάνω στο ξύλο. Μια βρισιά ξέφυγε από τα χείλη της αδύνατης φιγούρας και όρμησε στην αντεπίθεση, χτυπώντας εναλλάξ με τα όπλα της μα μη μπορώντας να βρει παρά φευγαλέα ανοίγματα και μη καταφέροντας κάποιο αποφασιστικό κλίμα.

Ξαναχώρισαν, λαχανιασμένοι πλέον, και η φαρδιά φιγούρα μίλησε με μια βαριά φωνή. "Στο έχω ξαναπεί τόσες φορές, μικρή. Όσο δε συγχρονίζεσαι και βαράς σα να κωπηλατείς με καγιάκ, τόσο δεν πρόκειται να περάσεις ποτέ". Σ'αυτό η μικρή απάντησε με μια δεύτερη βρισιά και μια αστραπιαία επίθεση, προσπαθώντας αυτή τη φορά να συγχρονίσει τα όπλα της, χτυπώντας με το "μαχαίρι" όσο το "σπαθί" κρατούσε το μοναδικό όπλο του αντιπάλου της, κρατώντας επαφή και κόντρα με το "μαχαίρι" όσο το "σπαθί" της ελισσότανε και κάρφωνε από την άλλη.

Η μανιώδης προσπάθεια της ανταμείφθηκε με αρκετούς θορύβους πάνω στις μεταλλικές πλάκες του αντιπάλου της, ο οποίος ανάμεσα στα πυκνά γένια του χαμογελούσε για την πρόοδο. Και τότε ήτανε που έκανε ένα βήμα μπροστά, σπρώχνοντας τη με το σώμα να χάσει ισορροπία, περνώντας ταυτόχρονα ένα πόδι πίσω από τα δικά της και σπρώχνοντας με τον αγκώνα σε μια ψαλίδα που τη σήκωσε από τα πόδια της και την πέταξε κάτω. Πριν προλάβει να αντιδράσει από την πτώση, με το κεφάλι της να έχει χτυπήσει στο έδαφος (αναμφίβολα κάποιο νέο καρούμπαλο θα της κρατούσε συντροφιά το βράδυ), πήγε να σηκώσει το "σπαθί" και ένιωσε ένα βάρος πάνω, και τότε κατάλαβε μια πίεση στο λαιμό, σαν κάτι αμβλύ να τη δυσκόλευε ν'ανασάνει. Μια βαριά φωνή αντήχησε στα αυτιά της που βουίζανε.

"Είσαι νεκρή, αδερφούλα"


Wed Aug 21, 2013 1:43 am
Profile
Mega Zuper Spammer
User avatar

Joined: Tue Jun 16, 2009 5:08 pm
Posts: 1005
Post Re: Thunder's Echo
Story #4

Η σιωπή που απλώθηκε για λίγο, μετά την πρόκληση του σκοπού, έσπασε πρώτα από το μουγκάνισμα ενός κακόμοιρου βοδιού. Το άτυχο ζώο ήτανε ζεμένο στα απομεινάρια κάποιου αμαξιδίου από σκουριασμένο σίδερο και ανοξείδωτο ατσάλι πασπαλισμένο με ξεραμένη λάσπη.Ήτανε ξερακιανό, για βόδι, με το μουντό πετσί του να κολλάει πάνω στα κόκκαλα του, με τα πλευρά του να διαγράφονται ξεκάθαρα, και μ'ένα αθώο, κουρασμένο, μοσχαρίσιο βλέμμα που ατένιζε το άπειρο. Τίναξε το οστεώδες κεφάλι του ενστινκτωδώς - μύγες το τυραννούσαν και κολλούσαν ανελέητα πάνω του.

Τα υπόλοιπα ζώα του καραβανιού έχαιραν καλύτερης μεταχείρισης, ή τουλάχιστον ήταν πιο τυχερά στο θέμα της τροφής. Το μικρό καραβάνι, τρεις άμαξες με ισάριθμα ζώα, είχε σταματήσει στα σύνορα της περιοχής του Κυανού Καραβανιού, πάνω στην πυρακτωμένη άσφαλτο της πόλης των Αρχαίων, και περίμενε καρτερικά να το πλησιάσουν οι σκοποί, να κάνουν την καταγραφή οι σιχαμένοι γραφιάδες και να τους πάρουνε όποιο κομμάτι από το βιος τους θέλουνε μέχρι να συμπληρώσουν τη δεκάτη που θα τους εξαγόραζε ασφάλεια- ασφάλεια από τους ίδιους, δηλαδή, γιατί μετά από την περιοχή τους καμιά προστασία δεν τους προσφέρεται. Ο αρχιέμπορος, Γιώργης στ'όνομα, έφτυσε κάτω ασυναίσθητα όταν τα σκέφτηκε. Αναστέναξε κι απάντησε, "Καραβάνι είμαστε ρε αγόρι, δε μας βλέπεις;". Τα πενηντα εφτά του χρόνια και οι τόσες φορές που είχε περάσει του έδιναν μια σχετική οικειότητα- κάτι και το θράσος του μαζί. "Άντε ελάτε να πάρετε ό,τι είναι, να τελειώνουμε, έχουμε και δουλειές και βαράει ο κερατάς ο ήλιος κατακούτελα".

Ένα τσούρμο γέλια ήταν η απόκριση, καθώς αναδύθηκαν από ένα μισογκρεμισμένο και μισοεπισκευασμένο καταφύγιο μισή ντουζίνα άντρες και γυναίκες. Ο κερατάς ο ήλιος χτυπούσε πάνω στις σκόρπιες μεταλλικές πλάκες που έκαναν μια προσπάθεια να προστατέψουν τα κορμιά τους, μα κυριαρχούσε περισσότερο το γαλάζιο χρώμα που φορούσαν παρά τα μέταλλα που είχανε κρεμάσει. Ο αρχηγός τους είχε πάνω από τα μισά χρόνια του Γιώργη και τον ήξερε καλά, το θρασίμι. "Πολύ γλώσσα βγάζουμε πάλι. Τι γίνεται, ήρθαμε γιομάτοι πραμάτεια;", του πέταξε καθώς κατέβασε την κάννη του όπλου και έκανε νόημα στους δικούς του να πλησιάσουν. Ο καραβανάρχης έβρισε μέσα απ'τα δόντια του.

Οι πέντε τους απλώθηκαν ανάμεσα στα όχηματα του καραβανιού, τρεις άντρες και δυο γυναίκες. Κάθε ένα από τα οχήματα, και τους οδηγούς, δέχθηκε τον κυανό επισκέπτη του στωικά, καθώς έριχναν μια ματιά στην πραμάτεια, ενώ οι άλλοι δύο προσέχανε τους οδηγούς μην ξαφνικά τραβήξουν όπλα- δε θα'τανε κι η πρώτη φορά, ηλίθιοι υπάρχουνε πολλοί. Ο Γιώργης τους χάζευε απαθέστατα, έχοντας συνηθίσει πια, βλέποντας δυο-τρεις γνώριμες φάτσες. Μια από αυτές του έκανε εντύπωση- ανήκε σ'ένα νεαρό που είχε να τον δει κοντά χρόνο. Όμορφο παλικάρι, χαμογελαστό, λίγο βλοσυρό ώρες ώρες αλλά περισσότερο λόγω της μαύρης χαίτης και του παρουσιαστικού του.

Τώρα τον κοίταζε κι απορούσε. Στεκότανε μπροστά του ο ίδιος, δεν υπήρχε αμφιβολία- μα κοιτούσε πια μ'ένα βλέμμα γυάλινο εκεί που κάποτε άστραπτε, σα νεκρός που είχε ξεχάσει να ξαπλώσει το κουφάρι του. Ήταν σ'εγρήγορση ξεκάθαρα, έτοιμος να τραβήξει τη σκανδάλη - παρακαλώντας, ίσως, να δοθεί αφορμή, αν κρίνει κανείς από το πώς έσφιγγε τα χέρια του - μα δεν φαινόταν να τον νοιάζει και τίποτα. Ο Γιώργης δαγκώθηκε, κρίμα, ήταν συμπαθητικός. "Έι, Κεραυνέ, τι κάνεις ρε; Δε με θυμάσαι;", ρώτησε από το σύνηθες θράσος του. Η χαίτη αναδεύτηκε λίγο καθώς ο νεαρός γύρισε να τον κοιτάξει- θα έλεγε κανείς να τον καρφώσει με το βλέμμα του, μα το μόνο που έκανε ήτανε να στρέψει το κεφάλι και τα μάτια προς τα εκεί. Σα να μην τον έβλεπε, σα να κοιτούσε μέσα απ'το γέρικο καραβανάρχη, λες και τον άκουσε θολά και μακρινά. Πριν προλάβει να συνεχίσει ο Γιώργης, ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του να σφίγγει. Αλαφιάστηκε, και γύρισε απότομα όπως μια από τις γυναίκες-σκοπούς τον κοίταξε με ένα στενοχωρημένο βλέμμα και του είπε χαμηλόφωνα, "Ασ'το ρε μπάρμπα, ασ'τονα. Αρκετά έχει. Μην τονε ζαλίζεις για το δικό σου καλό". Ο Γιώργης ένευσε, και γύρισε δειλά δειλά το κεφάλι μπροστά. Ο Κεραυνός δεν τον κοίταζε ποια, μα ούτε και τίποτ'άλλο.

Αναστέναξε, κούνησε το κεφάλι του, και κάθησε ανακούρκουδα στο έδαφος περιμένοντας τον γραφιά που θα τον έκλεβε για το καλό του.


Tue Aug 27, 2013 11:29 pm
Profile
Mega Zuper Spammer
User avatar

Joined: Tue Jun 16, 2009 5:08 pm
Posts: 1005
Post Re: Thunder's Echo
Story #5

Η νύχτα βαθειά, έσπαγε μόνο από μερικά διαπεραστικά ροχαλητά από τους πιο κάτω ορόφους. Σούφρωσε τα χείλη του μισοτσατισμένα, μισοαπηυδισμένα, και γύρισε να κοιτάξει τους γύρω τόπους- πίσσα σκοτάδι, τέτοια ώρα. Φώτα πουθενά, είτε κοντά είτε στο βάθος. Μόνο αυτός, το σκοτάδι και ένας σβηστός προβολέας. Αναστέναξε και έσφιξε σπασμωδικά τη Winchester που του είχαν δώσει για να φυλάει σκοπιά.

Τα γεγονότα της ημέρας στροβιλίζονταν μέσα στο κεφάλι του, όλη αυτή η φαρσοκωμωδία που εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια του και μπροστά στα μάτια όλου του ανόητου αυτού οικισμού. Κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά- όποιος θυμός μπορεί να τον είχε πιάσει πιο πριν, λίγος και ξεθυμασμένος, είχε πια μετατραπεί ολοκληρωτικά σε ένα αμάλγαμα οίκτου και απογοήτευσης. Είχε ιδρώσει, είχε ματώσει για τούτους τους ανόητους, μικρούς ανθρώπους, μα είχε δίκιο ο φιλόσοφος- ο όχλος είναι μικρόψυχος κι αχάριστος, φοβιτσιάρης και συμφεροντολόγος. Ξαναέφερε στη μνήμη του όλο το σκηνικό για μια φευγαλέα στιγμή, μα όλα τα πρόσωπα είχανε σα μάσκα τη μούρη του Μίλτου, αυτού του αισχρού ανθρωπάριου, και έδιωξε αυτές τις σκέψεις. Θα'θελε να κάνει ένα τσιγάρο, πανάθεμα τους καλλιεργητές, μα ήτανε σε σκοπιά μόνος του.

Ανεπαίσθητα, γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος των σκηνών, προς τα κει που φυλάγανε στην "καραντίνα" αυτά τα κακόμοιρα γυναικόπαιδα που έφερε ο Gaspar. Καλός άνθρωπος ο Gaspar, δύσκολος μα καλός. Με τους δικούς του εφιάλτες τη νύχτα. Αναρωτήθηκε τι εφιάλτες να έβλεπαν αυτοί οι κακόμοιροι στις σκηνές- άραγε να έβλεπαν τον ίδιο να σπέρνει το θάνατο στους δικούς του ανθρώπους; Παρέα με- παρέα με raiders; Αγρίεψε ξαφνικά, έφτυσε μια γρήγορη κατάρα και κούνησε το κεφάλι του. Έπρεπε να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει, πανάθεμα τους, και απλά βρέθηκαν στο δρόμο του. Λάθος, κρίμα και κακό, μα δεν ήταν και πολύ καλύτεροι οι ίδιοι, τρελλοί και αγροίκοι. Και πάνω απ'όλα, άτυχοι.

Η ώρα περνούσε, τ'αστέρια από πάνω συνέχιζαν ακάθεκτα την πορεία τους, αδιάφορα γι'αυτόν και για τα προβλήματα του. Τα χάζεψε γι'αρκετή ώρα, κλέβοντας ματιές γύρω μην τους πιάσουνε στον ύπνο, πίνοντας νερό από το χτυπημένο του φλασκί για να ξεδιψάσει τη δίψα για νερό- γιατί η δίψα του για εκδίκηση, μουντή μα πάντα εκεί πια, φαινότανε ακόρεστη, μια μαύρη τρύπα μέσα του που τον κατέτρωγε. Η νέα του αρχή αποδείχθηκε μια τρύπα στο νερό, ανίκανη να καλύψει την τρύπα μέσα του, να γεμίσει τόσο δα το κενό. Και το παιδί- το καταραμένο το μπάσταρδο, η κατάρα του με σάρκα και οστά, είχε βαρεθεί να το βλέπει. Είχε βαρεθεί να τους βλέπει όλους, το κέρατο τους μέσα. Σιχάθηκε.

Σχέδια άρχισαν να σχηματίζονται στο μυαλό του, ακαθόριστα και θολά όπως πάντα- δεν ήταν καλός ποτέ στο να κάνει μεγαλόπνοα σχέδια, γι'αυτό και ναυάγησε αυτό που σκεφτότανε. Έπρεπε να σκεφτεί πιο άμεσα, πιο σχετικά με την καθημερινότητα, εκεί που μπορούσε να δράσει άμεσα και αποτελεσματικά. Έπρεπε να φύγει από κει, έστω για λίγο, να τους αφήσει να ηρεμήσουνε, να ξεχάσουνε (όπως ξεχνάει πάντα ο όχλος), ενώ ο ίδιος θα γυρνούσε γύρω γύρω στα παλιά του μέρη, εκεί που ήξερε να πάει, από το κυανό καραβάνι μέχρι το Νότιο Σταυρό, και να βρει κόσμο. Κόσμο που θα τον ακολουθήσει σ'αυτό που πρέπει να κάνει, κόσμο που θα τον βοηθήσει, θα τον στηρίξει, και πάνω απ'όλα δεν θα τον προδώσει. Πολεμιστές, όχι αχρεία ανθρωπάρια, κόσμο με μπέσα, και καρδιά, και πάνω απ'όλα κόσμο με το ίδιο άσβεστο μίσος που είχε ο ίδιος για τα βδελύγματα που μοιράζονταν τον αέρα του.

Όταν άρχισε να γλυκοχαράζει, άκουσε βήματα, ηθελημένα δυνατά, από τις σκάλες από κάτω. Κι όταν εμφανίστηκε η καμμένη μούρη του Αρίστου και του έκανε νεύμα για να πάρει τη σκοπιά, είχε ήδη πάρει την απόφαση του.


Wed Sep 04, 2013 6:07 pm
Profile
Mega Zuper Spammer
User avatar

Joined: Tue Jun 16, 2009 5:08 pm
Posts: 1005
Post Re: Thunder's Echo
Story #6

"Δεν μπορώ πραγματικά να σε καταλάβω ώρες ώρες."

Κούνησε το κεφάλι του αργά, ενώ ένα ελαφρύ μειδίασμα τρεμόπαιζε στα σκασμένα του χείλη. Την άφησε να συνεχίσει, ενώ ο ίδιος είχε ξαπλώσει στο χώμα και είχε στρέψει το βλέμμα του στα ουράνια. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που χάζευε τ'αστέρια- ήτανε σίγουρα πολύ, πολύ χειρότερα απ'ό,τι τώρα, τουλάχιστον για τον ίδιο. Ένα μήνα πριν σχεδόν, τα πράγματα είχανε φτάσει στο απροχώρητο για τον ίδιο, κι όμως πλέον αρχίσανε σιγά σιγά να φτιάχνουνε.

"Μα καλά, λίγη αξιοπρέπεια δεν έχεις; Πώς μπορείς μετά από όλ'αυτά που σου είπανε να ρισκάρεις τον κώλο σου γι'αυτούς; Αυτά τα... αυτούς του δειλούς, τα σκουλήκια, τους σιχαμένους; Που σε φτύνουνε πρώτα και μετά σε παρακαλάνε όταν σε χρειάζονται;"

Χαμογέλασε λίγο πλατύτερα, και της αποκρίθηκε χωρίς να γυρίσει καν το βλέμμα του από το ουράνιο θέαμα. "Το'πες και μόνη σου, αδερφούλα. Με παρακαλάνε όταν με χρειάζονται. Όσο συμβαίνει αυτό, τότε με έχουνε ανάγκη, κι όσο με έχουνε ανάγκη είναι χρήσιμοι για μένα. Εξάλλου, όση αξιοπρέπεια χάνω, σύμφωνα με τα λεγόμενα σου, θα'πρεπε να την ανακτώ δέκα φορές περισσότερο όταν αυτός που με φτύνει με παρακαλάει. Αλλά όχι, δεν τό'κανα ούτε για το'να, ούτε για τ'άλλο."

Εκείνη ξαφνικά αγρίεψε και κλώτσησε μια πέτρα έτσι όπως καθότανε που παραλίγο να τον βρει στο πόδι. Εκείνος ούτε που το πρόσεξε.

"Και γιατί τό'κανες λοιπόν ρε μπουμπούνα;", ύψωσε τη φωνή της ενώ τον αγριοκοίταζε.

"Πιο σιγά ρε, κοιμούνται τα παιδιά στη σκηνή"
"Κοίτα ποιος μιλάει, ο καπετάν μπουμπούνας, που κάθε φορά που ανοίγεις το στόμα σου τρίζουν τα δόντια μας."

Χαμογέλασε με τον ημιαγριεμένο, ημιπεριπαικτικό της τόνο. Του είχε λείψει μετά από τόσα χρόνια μια τέτοια στιχομυθία, και τον τελευταίο καιρό που την ξαναβρήκε δεν τη χόρταινε, γι'αυτό την άφηνε να μιλάει. Ούτως ή άλλως, εκτός αν έλεγε κάτι έξυπνο (συνηθισμένο ευτυχώς φαινόμενο), καλό θα ήτανε να την ακούει. Τώρα βέβαια το μόνο που έκανε ήταν να τον εκνευρίζει ελαφρώς, αλλά δε βαριέσαι, οι τελευταίες μέρες ήτανε αρκετά καλές οπότε ήτανε σε εύθυμη διάθεση.

"Άντε, θα σου πω γιατί με έπρηξες. Ο λόγος που το έκανα είναι γιατί τους λυπήθηκα, γέρους ανθρώπους μόνους τους στο δρόμο. Αυτό, και γιατί έτσι μπόρεσα να καταφέρω κάποια άλλα πράγματα που κανείς από τα κουλούρια αυτά. Γι'αυτά..."

...και γιατί είχε δώσει μια υπόσχεση, πριν τόσα χρόνια.


Thu Sep 12, 2013 1:47 am
Profile
Mega Zuper Spammer
User avatar

Joined: Tue Jun 16, 2009 5:08 pm
Posts: 1005
Post Re: Thunder's Echo
Story #7

Οι ήχοι του μέταλλου πάνω σε μέταλλο ακουγόντουσαν για αρκετή ώρα, διάσπαρτοι με ομιλίες και φωνές, ενίοτε κραυγές πόνου και βρισίδια. Που και πού μια βαθιά φωνή ακουγότανε αποδοκιμαστικά.

Ένα σπαθί έκοψε τον αέρα και κατευθύνθηκε προς τη φιγούρα που στεκότανε στο κέντρο, αγέρωχη, ενώ ένα δεύτερο έψαχνε σα φίδι το στόχο του και με την πρώτη ευκαιρία πήγε να καρφωθεί στα πλευρά του. Με μια αστραπιαία κίνηση, ο Κεραυνός έκανε ένα γρήγορο πλάγιο βήμα, βάζοντας το σπαθί του ανάμεσα στον ίδιο και την αντίπαλη λεπίδα, φροντίζοντας να βρίσκεται μακριά από την ατσούμπαλη νύξη. Ο Κυπαρίσσης ήταν πολύ αργός στο να τραβήξει πίσω το σπαθί του για μια δεύτερη επίθεση- με μια κίνηση ο μελαμψός πολεμιστής έδιωξε το σπαθί του Κυριάκου και κατέβασε το δικό του στον πήχυ του νεαρού πολεμιστή από το South Cross, προκαλώντας μια κραυγή πόνου αμέσως μετά την κλαγγή του μετάλλου πάνω σε μέταλλο - μα το σπαθί ήτανε αμβλύ, μονάχα για εκπαίδευση, οπότε το μόνο που έπεσε στο νοτισμένο από ιδρώτα έδαφος ήτανε το southcrossίτικο σπαθί του. Ο Κυριάκος, ανακτώντας τον έλεγχο του σπαθιού του, δοκίμασε ένα άτσαλο χτύπημα από την αντίθετη μεριά, μα βρήκε μπροστά του την λεπίδα του Κεραυνού, η οποία σύρθηκε πάνω στο δικό του σπαθί εκτροχιάζοντας το και μετά καρφώθηκε στην ακάλυπτη από ασπίδα δεξιά πλευρά του, ακριβώς στο στήθος. Μια γενναία δόση αέρα βγήκε από τα πνευμόνια του και μια γενναία δόση πόνου από το δυνατό κάρφωμα του προκάλεσε αστεράκια, και ζαλισμένος καθώς ήταν μέχρι να καταλάβει τι έγινε ένιωσε κρύο ατσάλι στο λαιμό του.

"Πέθανες", του είπε ο Κεραυνός πριν τραβήξει μια κλωτσιά στο πίσω μέρος του γονάτου του και τον στείλει στο έδαφος με ένα ορυμαγδό από μεταλλικούς κρότους.

Με τον τελευταίο "αντίπαλο" του εκτός μάχης, πέταξε το σπαθί του κάτω στο έδαφος και προσπάθησε μάταια να σκουπίσει τον ιδρώτα του με την εξίσου υγρή παλάμη του. Αφού απήυδησε με την όλη διαδικασία, περπάτησε προς τη γωνιά που είχε φυλάξει το παγούρι του με το νερό και μερικά πανιά, στεγνά πλέον με τόσο ήλιο, και σχεδόν σωριάστηκε στο έδαφος από την κούραση.

Στιγμές αργότερα τον συνόδευσαν σ'αυτή την κίνηση ο Κυπαρίσσης κι ο Κυριάκος, κουρασμένοι, καταϊδρωμένοι και μελανιασμένοι. Κανείς τους δεν έκρυβε την κούραση ούτε την περιέργεια του, και ύστερα από λίγο η δεύτερη νίκησε την πρώτη.

"Αρχηγέ, πολύ μας ζορίζεις τελευταία. Νταξ, το ξέρουμε πως είναι δύσκολοι καιροί... και ότι κινδυνεύουμε... αλλά...", ξεκίνησε ο Κυριάκος.

"Αλλά κοντεύεις να μας σπάσεις διάφορα κόκκαλα, ρε αρχηγέ. Μου θυμίζεις το λοχαγό μου στο South Cross ώρες ώρες", πήρε τη σκυτάλη κι ο Κυπαρίσσης. "Απλά αυτός συνήθιζε να μας βαράει κι αφού πέσουμε."

Γελάσανε κι οι τρεις τους λίγο με το αστείο- ο Κυριάκος λιγότερο, τον πόναγε το στήθος του-, ο Κεραυνός απλά κούνησε το κεφάλι του και έβρεξε τα χείλη του με το λιγοστό νερό από το παγούρι. "Δεν έχει νόημα να σας λέω ξανά και ξανά για τους raiders και τι χρειάζεται να κάνουμε. Γι'αυτό ήρθατε και σεις εξάλλου. Δε γουστάρω να σας πρήξω μ'αυτό. Αλλά αφού με ρωτάτε, θα σας πω. Τώρα μπορεί να είμαστε λίγοι, αλλά σιγά σιγά όσο ακούνε για τα κατορθώματα μας... και ναι, το εννοώ όταν λέω μας, θα γίνουμε πολλοί. Κι όταν γίνουμε πολλοί, θα χρειαστώ άτομα να με βοηθάνε να τους κουμαντάρω, να τους δείχνω και να τους εκπαιδεύω. Τώρα είμαστε λίγοι- είμαι εγώ, κι είναι κι η αδερφή μου, αλλά, το εννοώ όταν το λέω...", είπε κι έβαλε από ένα χέρι στον ώμο του καθενός από τους δυο πολεμιστές του, "θα χρειαστώ εσάς για να με βοηθάτε, σαν υπασπιστές μου..."

Τον κοιτάξανε κι οι δύο σιωπηλοί για λίγο, μα ο Κυπαρίσσης πρώτος έσπασε τη σιωπή. "Τι είναι ο υπασπιστής ρε αρχηγέ;"

"Να, το διάβασα χτες στην εγκυκλοπαίδεια..."


Thu Sep 19, 2013 2:06 am
Profile
Mega Zuper Spammer
User avatar

Joined: Tue Jun 16, 2009 5:08 pm
Posts: 1005
Post Re: Thunder's Echo
Story #8

Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι, πότιζε τα σκισμένα του ρούχα και έτσουζε όταν έμπαινε στα μάτια του και στις ανοιχτές γρατζουνιές μετά από τόση ώρα προπόνηση. Τινάχτηκε σαν το σκύλο, προκαλώντας βρισίδια και αποδοκιμάσίες από τους γύρω καθώς η μαύρη του χαίτη εξαπέλυσε σταγονίδια από ιδρώτα- και μετά έσκυψε αυθόρμητα καθώς ένα ξύλινο σπαθί διέσχισε τον αέρα που κλάσματα του δευτερολέπτου πριν ήταν το κεφάλι του και χτύπησε κάποιο άλλο, άτυχο πιτσιρίκι που βρισκόταν στην πορεία του.

Η πλειοψηφία ξέσπασε σε γέλια από το αστείο (για όλους πλην του χτυπημένου) σκηνικό, ενώ ο κακομοίρης ο πιτσιρικάς βόγκηξε μερικές φορές ασυναίσθητα καθώς έτριβε τον πονεμένο του μηρό. Ήτανε όλοι πιτσιρίκια, κάποια δεν είχανε δει ούτε δέκα χειμώνες, άλλα σχεδόν ήτανε άντρες ή γυναίκες, μα όλα ήτανε παιδιά του Κυανού Καραβανιού και έπρεπε να μάθουνε την τέχνη των όπλων, κι όταν δεν μπορούσε κάποιος εκπαιδευτής πηγαίναν μόνοι τους στα ερείπια και χτυπιόντουσαν σαν τα μανιασμένα. Δεκατριών χρονών ο Κεραυνός, μα από τότε όλοι τον κοιτούσανε με διαφορετικό μάτι- συχνά, όταν σοβάρευε, τον φοβόντουσαν ακόμα και οι μεγαλύτεροι. Μα τώρα ήτανε στιγμή ανάπαυλας και γέλιου, και γελούσε μαζί με τους άλλους, μέχρι που κάποιος τον σκούντησε και έδειξε μια φιγούρα από απέναντι.

Ήταν μικρόσωμη κι έτρεχε σα σίφουνας ανάμεσα στα ερείπια, πηδώντας από γκρεμισμένο τοίχο σε κατακρεουργημένες από το χρόνο σκεπές, πηδούσε στο χώμα και προσγειωνότανε και συνέχιζε να τρέχει. Όπως μεγάλωνε στο οπτικό τους πεδίο, οι γύρω του άρχιζαν να φωνάζουν, να γιουχάρουν και να ενθαρρύνουν, κατενθουσιασμένοι από αυτή την επίδειξη επιδεξιότητας από τον άγνωστο ακροβάτη. Κι ο ίδιος φώναζε και γελούσε, γιούχαρε και ενθάρρυνε εναλλάξ, όπως οι γύρω του, ακόμη κι όταν ξεχώρισε πως η φιγούρα ήτανε η δίδυμη αδερφή του. Συνέχισε ακάθεκτος, όπως κι εκείνη, περνώντας μέσα από τον κόσμο και πέφτοντας στην αγκαλιά του με μία κίνηση, σχεδόν κάνοντας τον να χάση την ισορροπία του και να κατρακυλήσει. Γελούσε μαζί με τους άλλους, καθώς εκείνη τον έσφιγγε αφύσικα δυνατά στην αγκαλιά της.

Και μετά τον έσπρωξε, τον χαστούκισε και τον άρπαξε από το πέτο, ταρακουνώντας τον λυσσαλέα. Η ατμόσφαιρα πάγωσε στον ηχηρό κρότο και στην μανία που ακολούθησε, το γέλιο κόπηκε και οι φωνές πνιγήκαν στα λαρύγγια πριν αρθρωθούν. Το μόνο που ακουγότανε ήτανε υπόκωφοι λυγμοί και ένα κουρέλι να σκίζεται καθώς η Αστραπή τον άρπαξε κυριολεκτικά και τον έσυρε μαζί της για λίγο, μέχρι που συνήλθε κι ο ίδιος από το σοκ και απλά άρχισε να την ακολουθεί. Τρέξανε και οι δύο σαν τρελοί- μπορεί να μην του είπε τίποτα, μα κατάλαβε καλά πως μόνο ένα πράγμα μπορεί να έκανε την αδερφή του να αντιδράσει έτσι. Ή τουλάχιστον, σε κείνες τις αθώες εποχές, μόνο ένα πράγμα μπορούσε να βάλει στο μικρό του μυαλουδάκι.

Δεν τον ένοιαζε ούτε η κούραση, ούτε οι εφηβικοί το μύες που τους ένιωθε να καίνε, ούτε τα δάκρυα που χωρίς να μπορεί να τα ελέγξει άρχισαν να κυλούν, καθρέφτης των βουρκωμένων ματιών της αδερφής του. Φάνηκε μια αιωνιότητα μέχρι να φτάσει στις σκηνές του καραβανιού, ανάμεσα στα ερείπια, εκεί που τον οδήγησε μισοτραβώντας τον η αδερφή του πριν εξαφανιστεί μέσα στη μεγαλύτερη σκηνή. Κοίταξε το μεγάλο κόκκινο σταυρό πάνω από την τέντα, ξεροκατάπιε, και μπήκε ημιαποφασισμένος, ημιαπελπισμένος.

Τον χτύπησε κατακούτελα, σα σφύρα που καρφώθηκε ανάμεσα στα μάτια του και μεταμορφώθηκε σε μαύρα δάχτυλα που σφίξαν την καρδιά του. Η Αστραπή είχε ήδη καταρρεύσει δίπλα, κρατώντας ένα χέρι- το χέρι, το χέρι της μάνας του. Ανάγκασε το βλέμμα του να καρφωθεί στη μορφή αυτή, φωτισμένη από τον εκτυφλωτικό ήλιο που έμπαινε αδιάφορος από το άνοιγμα της σκηνής- ναι, ήταν η μάνα του αυτή, μα γιατί ήτανε τόσο κόκκινη; Γιατί τα μάτια της ήταν κλειστά σα να κοιμόταν, γιατί τα όμορφα μαύρα της μαλλιά ήταν αραιά, λες και κάποιος τις ξερίζωσε τα μαλλιά τούφα τούφα; Γύρισε ασυναίσθητα, απότομα, να δει τη φιγούρα του πατέρα του, μα ήτανε το ίδιο, καθρέφτης, μαύρα πεσμένα μαλλιά, δέρμα κοκκινισμένο αφύσικα, και ένας λήθαργος, μια λήθη απ'την οποία δεν ξυπνούσε όσο κι αν τον ταρακούνησε.

Μια οξεία μυρωδιά τον χτύπησε ξαφνικά- εμετός, σκατά, ανθρώπινα απόβλητα που κανείς δε νοιάστηκε να ξεφορτωθεί για χάρη των κοιμώμενων. Ήτανε τόσο άσχημο, και τόσο μικρό, τόσο τρομακτικά μικρό μπροστά στο γεγονός που σχηματιζότανε αργά αργά μέσα στο νου του- οι γονείς του είναι νεκροί. Μπορεί όχι τώρα, μπορεί να ζουν με χρόνο δανεικό, μα τι αξία έχει όταν δεν μπορούν ούτε αντίο να πουν στα παιδιά που αφήνουν πίσω; Ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του, μα δε γύρισε να κοιτάξει- η φωνή του γιατρού, του στρατιώτη δηλαδή που ήξερε και δυο πράματα παραπάνω, ακούστηκε τόσο μακριά. Δεν έδωσε σημασία. Ούτε κατάλαβε. Ούτε τον ένοιαζε. Το ήξερε μέσα του, το έβλεπε μπροστά του, γιατί να τον νοιάξει η επαλήθευση του προφανούς;

Περάσανε μαζί την υπόλοιπη βραδιά, πιασμένοι και οι τέσσερις χέρι χέρι, δυο άγρυπνοι, δυο αναίσθητοι, μέχρι που οι τελευταίοι αφήσανε την τελευταία τους πνοή και οι πρώτοι ό,τι απέμεινε από την παιδική τους ηλικία.


Sat Sep 28, 2013 1:26 am
Profile
Display posts from previous:  Sort by  
Reply to topic   [ 9 posts ] 

Who is online

Users browsing this forum: No registered users and 1 guest


You cannot post new topics in this forum
You cannot reply to topics in this forum
You cannot edit your posts in this forum
You cannot delete your posts in this forum
You cannot post attachments in this forum

Search for:
Jump to:  
cron
Powered by phpBB © 2000, 2002, 2005, 2007 phpBB Group.
Designed by STSoftware for PTF.